Κυριακή 29 Αυγούστου 2010

Χωρίς τάξεις

Αν έπρεπε σκεφτούμε άλλη μια φορά την τύχη της ανθρωπότητας με όρους τάξης, θα’πρεπε να πούμε ότι δεν υπάρχουν πλέον σήμερα κοινωνικές τάξεις αλλά μόνο μία παγκόσμια μικρο-αστική τάξη μέσα στην οποία διαλύθηκαν όλες οι παλιές τάξεις: η μικρο-αστική τάξη κληρονόμησε τον κόσμο, είναι η μορφή μέσα από την οποία η ανθρωπότητα επιβίωσε επί του μηδενισμού.


Αυτό είναι όμως ακριβώς που είχαν καταλάβει εξίσου ο φασισμός κι ο ναζισμός, και το ότι είχαν δει καθαρά την αμετάκλητη παρακμή των παλιών κοινωνικών υποκειμένων συνιστά στην πραγματικότητα την αξεπέραστη σφραγίδα της μοντερνικότητάς τους. (Κατά μια άποψη στενά πολιτική, ο φασισμός κι ο ναζισμός δεν έχουν ξεπεραστεί καθόλου και ζούμε ακόμη υπό τη σκέπη τους). Αντιπροσώπευαν, παρ’όλ’αυτά, ο φασισμός κι ο ναζισμός, μια εθνική μικρο-αστική τάξη που ήταν ακόμα δεμένη σε μια επίπλαστη λαϊκή ταυτότητα πάνω στην οποία έπιασαν όνειρα αστικού μεγαλείου. Η παγκόσμια μικρο-αστική τάξη, αντίθετα, χειραφετήθηκε απ’αυτά τα όνειρα, κι ιδιοποιήθηκε την ικανότητα του προλεταριάτου στο να απορρίπτει κάθε αναγνωρίσιμη ταυτότητα. Ο μικροαστός εκμηδενίζει ό,τι είναι με την χειρονομία με την οποία φαίνεται να προσυπογράφει στενοκέφαλα σ’αυτό που είναι: δεν γνωρίζει παρά το μη αυθεντικό και το μη δικό του, και φτάνει στο σημείο να αρνηθεί ακόμα και την ιδέα ότι είπε κάτι δικό του. Οι διαφορές γλωσσών, διαλέκτων, τρόπων ζωής, χαρακτήρα, συνηθειών, ακόμα κι οι φυσικές ιδιαιτερότητες του καθενός, που αποτελούσαν την αλήθεια και το ψέμα των λαών και των γενιών που πέρασαν από τη γη, δεν έχουν καμιά σημασία πλέον γι’αυτόν, καμιά δυνατότητα έκφρασης κι επικοινωνίας. Στην μικρο-αστική τάξη, οι ποικιλλομορφίες που σημάδεψαν τον τραγέλαφο της παγκόσμιας ιστορίας είναι εκτεθειμένες στη συλλογή μιας φαντασμαγορικής κενότητας.

Στο μεταξύ όμως, η ανοησία της ατομικής ύπαρξης, που έχει κληρονομηθεί από τα υπόγεια του μηδενισμού, έφτασε σε τέτοιο βαθμό που έχασε κάθε πάθος, και μεταμορφώθηκε, ανοιχτά σε αφίσα, σε καθημερινή έκθεση : τίποτα δεν μοιάζει πια με τη ζωή της νέας ανθρωπότητας εκτός από ένα διαφημιστικό που είναι σαν να σβήσαμε κάθε ίχνος του διαφημιζόμενου προϊόντος. Αλλά η αντίφαση του μικροαστού συνίσταται στο να ψάχνει ακόμα σ’αυτό το διαφημιστικό, το προϊόν που τον κάνει να αισθάνεται μείον, επιμένοντας μάταια, μολαταύτα, να ιδιοποιηθεί μια ταυτότητα που έγινε, στην πραγματικότητα, απολύτως μη δική του και χωρίς σημασία. Ντροπή κι υπεροψία, κομφορμισμός και περιθωριακότητα αποτελούν τους ακραίους πόλους της συναισθηματικής τονικότητας του μικροαστού.

Το γεγονός είναι ότι η ανοησία της ύπαρξής του συγκρούεται με έναν ακόμα παραλογισμό πάνω στον οποίο κάθε διαφήμιση ναυαγεί : τον θάνατο. Μ’αυτόν εδώ, ο μικροαστός προλαβαίνει την τελευταία απαλλοτρίωση, την ύστατη στέρηση της ατομικότητας : την ζωή στη γύμνια της, το απολύτως ανεπικοινώνητο, όπου τελικά η ντροπή μπορεί να αναπαυθεί εν ειρήνη. Έτσι, με τον θάνατο καλύπτει το μυστικό που οφείλει όμως να αρνείται να ομολογήσει : και στην γύμνιά της ακόμα, η ζωή στην πραγματικότητα του είναι ξένη και καθαρά εξωτερική, δεν υπάρχει γι’αυτόν καταφύγιο επί γης.

Αυτό σημαίνει ότι η παγκόσμια μικρο-αστική τάξη είναι προφανώς η μορφή με την οποία η ανθρωπότητα είναι έτοιμη να προχωρήσει προς την καταστροφή της. Αλλά αυτό σημαίνει επίσης ότι η τάξη αυτή αντιπροσωπεύει μια ασύγκριτη ευκαιρία για την ιστορία της ανθρωπότητας, που δεν πρέπει με τίποτα να την αφήσουμε να χαθεί. Διότι αν οι άνθρωποι , αντί να ψάχνουν ακόμα για μια δική τους ταυτότητα στην μορφή πλέον της μη δικής και άλογης ατομικότητας, κατάφερναν να προσχωρήσουν στο μη δικό ως τέτοιο, στο να κάνουν από το δικό τους έτσι-είναι, όχι μια ταυτότητα, αλλά μια μοναδικότητα, κοινή κι απολύτως εκτεθειμένη, αν, με άλλα λόγια, οι άνθρωποι μπορούσαν να μην είναι έτσι σύμφωνα με τη μια ή την άλλη ιδιαίτερη βιογραφική ταυτότητα, αλλά να είναι μόνο το έτσι, να είναι δηλαδή η μονάδική τους εξωτερικότητα και το πρόσωπό τους, τότε η ανθρωπότητα θα είχε πρόσβαση για πρώτη φορά σε μια κοινότητα χωρίς προϋπόθεση και χωρίς αντικείμενο, σε μια επικοινωνία που δεν θα γνώριζε πια το ακοινώνητο.

Η επιλογή, μέσα στην νέα παγκόσμια ανθρωπότητα, των χαρακτήρων που επιτρέπουν την επιβίωσή της, η μετακίνηση του λεπτού διαφράγματος που χωρίζει την κακή διαμεσολαβημένη δημοσιότητα από την τέλεια εξωτερικότητα που δεν επικοινωνεί παρά μόνο την ίδια – αυτή είναι η πολιτική δουλειά της γενιάς μας.

(Απόπειρα μετάφρασης του δοκιμίου του G. Agamben, « Sans classes » που κυκλοφορεί μέσω της συλλογής άρθρων Η κοινότητα που έρχεται).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου